Anecdote

The roots of anecdote lie in the Greek word “ανέκδοτο” meaning a short and amusing but serious account,

which may depict a real/fake incident or character.

Η λέξη ανέκδοτο στα Ελληνικά σημαίνει διήγηση ενός σύντομου και διασκεδαστικου επεισοδίου,

η οποία μπορεί να αναφέρεται σε ενα πραγματικό ή φανταστικο περιστατικό ή χαρακτήρα.